ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ
ΜΙΧΑΗΛ
(2011.10.25)
Η
Ομογένεια της
Αυστρίας και
της Ουγγαρίας
πενθεί τον
απορφανισμό
του
πολυφιλήτου
πνευματικού της
πατρός
Ποιμένος και
Ιεράρχου, του
Σεβασμιωτάτου
Μητροπολίτου
Αυστρίας και
Εξάρχου
Ουγγαρίας και
Μεσευρώπης
κυρού Μιχαήλ.
Το σκήνωμα
του
Μητροπολίτου
παρέμεινε στον
Ιερό Καθεδρικό
Ναό της Αγίας
Τριάδος καθ’
όλη τη
διάρκεια της νύκτας
και το
προσκύνησε
πλήθος πιστών
από την Αυστρία,
την Ουγγαρία,
την Ελλάδα,
αλλά και την
υπόλοιπη
Ευρώπη.
Πλήθος
Αυστριακών,
Ρωμαιοκαθολικών
και Προτεσταντών,
προσήλθε και
αποχαιρέτισε
τον Ελληνορθόδοξο
Μητροπολίτη
Αυστρίας κυρό
Μιχαήλ, τον
χαρισματικό
Ιεράρχη του
Οικουμενικού
Πατριαρχείου,
τον φωτισμένο
κληρικό που
συνδύαζε την
εξωστρέφεια
του Γένους των
Ελλήνων και
ιδιαιτέρως
αυτών της
Αυστροουγγαρίας,
και την
προσήλωση στην
ορθόδοξη
παράδοση και
στο πνεύμα του
Φαναρίου.
Το πρωί
τελέσθηκε Θεία
Λειτουργία από
τον Σεβασμιώτατο
Μητροπολίτη
Ισπανίας κ.
Πολύκαρπο.
Την ΑΘ.Π.
εκπροσώπησε
στην Εξόδιο
Ακολουθία ο
Σεβασμιώτατος
Μητροπολίτης
Γέρων Δέρκων κ.
Απόστολος.
Παρέστη
ο Πρόεδρος της
Ομοσπονδιακής
Δημοκρατίας
της Αυστρίας
Δρ. Χάιντς
Φίσσερ.
Της
Εξοδίου
Ακολουθίας
προέστη ο
Πατριαρχικός Επίτροπος,
Μητροπολίτης
Ρόδου κ.
Κύριλλος,
έλαβον δε
μέρος οι
Σεβασμιώτατοι
Μητροπολίτες
Βελγίου κ.
Παντελεήμων,
Κασσανδρείας
κ. Νικόδημος,
Γερμανίας και
Κεντρικής
Ευρώπης κ. Σεραφείμ
(Πατριαρχείο
Ρουμανίας),
Ισπανίας κ.
Πολύκαρπος,
Προύσης κ.
Ελπιδοφόρος,
και οι
Θεοφιλέστοι
Επίσκοποι
Έγρας κ.
Πορφύριος
(Πατριαρχείο
Σερβίας),
Αριανζού κ.
Βαρθολομαίος
και Αβύδου κ.
Κύριλλος.
Το πένθος
της Εκκλησίας
εκράτησαν οι
Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες
Γαλλίας κ.
Εμμανουήλ και
Σασίμων κ. Γεννάδιος.
Παρέστησαν
οι
Σεβασμιώτατοι
Μητροπολίτες
Τριπόλεως κ.
Θεοφύλακτος
(Πατριαρχείο
Αλεξανδρείας), Γλυφάδας
κ. Παύλος
(Εκπρόσωπος
της Εκκλησίας
της Ελλάδος),
Νέας Κρήνης
και Καλαμαριάς
κ. Προκόπιος, ο
Θεοφιλέστατος
Επίσκοπος
Αρίστης κ.
Βασίλειος, ο
Έξαρχος του
Παναγίου Τάφου
στην
Κωνσταντινούπολη
Ἀρχιμανδρίτης
Νεκτάριος, οι
Καθηγούμενοι
των Ιερών
Αθωνικών Μονών
Διονυσίου Ἀρχιμανδρίτης
Πέτρος,
Παντοκράτορος Αρχιμανδρίτης
Γαβριήλ και
Ξενοφώντος Ἀρχιμανδρίτης
Αλέξιος, καθώς
και πολλοί
κληρικοί εξ
Ελλάδος.
Παρέστησαν
επίσης
εκπρόσωποι της
Αυστριακής, Ουγγρικής
και Ελληνικής
Κυβερνήσεως,
κληρικοί όλων
των Δογμάτων
στην Αυστρία.
Το Τμήμα
Θεολογίας του
Πανεπιστημίου
Θεσσαλονίκης
εκπροσώπησε η
Kαθηγήτρια κα
Δήμητρα
Κούκουρα.
Στην
Εξόδιο
Ακολουθία
ομίλησαν ο
εκπρόσωπος τοῦ
Οικουμενικού
Πατριάρχου
Σεβασμιώτατος
Γέροντας
Μητροπολίτης
Δέρκων κ.
Απόστολος, ο
Εξοχώτατος
Πρέσβης της
Ελλάδος κ.
Παναγιώτης
Ζωγράφος, ως εκπρόσωπος
της Ελληνικής
Κυβερνήσεως, ο Kαθηγητής
της Θεολογικής
Σχολής του
Πανεπιστημίου
του Graz κ.
Γρηγόριος
Λαρεντζάκης,
Άρχων Μέγας
Πρωτονοτάριος
της Μεγάλης
του Χριστού
Εκκλησίας ως εκπρόσωπος
του πληρώματος
της
Μητροπόλεως
Αυστρίας, ο
Πρόεδρος της
Κοινότητος τῆς
Αγίας Τριάδος
Δρ. Άρης
Ενεισλίδης, ο
Αντιπρόεδρος
της Κοινότητος
του Αγίου
Γεωργίου κ.
Χριστόφορος
Λάκης, ο
Εφημέριος των
Ιερών Ναών κ.
Ιωάννης Νικολίτσης
ως εκπρόσωπος
τοῦ
Ιερού Κλήρου
της
Μητροπόλεως, ο
Δρ. Nikolae Dura, Πρόεδρος
του
Οικουμενικού
Συμβουλίου των
Εκκλησιών της
Αυστρίας, ο
Σεβασμιώτατος
Ρωμαιοκαθολικός
Αρχιεπίσκοπος
Βιέννης Καρδινάλιος
Christoph Schönborn, ενώ τον
Επικήδειο
εκφώνησε ο
Πατριαρχικός
Επίτροπος,
Μητροπολίτης
Ρόδου κ.
Κύριλλος.
Στην
Εξόδιο
Ακολουθία
παρέστησαν η
οικογένεια και
οι οικείοι του
εκλιπόντος
Ιεράρχου και
σύσσωμη σχεδὸν
η Ομογένεια, η
οποία
κατέκλυσε τον
Ιερό Καθεδρικό
Ναό και τους
προ αυτού
χώρους.
Στη
συνέχεια το
σκήνωμα του
Μητροπολίτου
μετεφέρθη στο
Κεντρικό
Κοιμητήριο της
Βιέννης, στην
είσοδο του
οποίου το υποδέχθηκε
η Ομογένεια
και κατόπιν εν
πομπή οδηγήθηκε
στον τάφο. Τον
ενταφιασμό
τέλεσε ο
Σεβασμιώτατος
Μητροπολίτης
Γέρων Δέρκων κ.
Απόστολος.
ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ
ΛΟΓΟΣ
ΕΙΣ ΤΟΝ
ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΝ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ
ΑΥΣΤΡΙΑΣ ΚΥΡΟΝ
ΜΙΧΑΗΛ
ΥΠΟ ΤΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
ΡΟΔΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ
«Ἐν ἀναβάσει
θυσιαστηρίου ἁγίου
ἐδόξασε
περιβολήν ἀγιάσματος...
ὡς ἥλιος
ἐκλάμπων ἐπί
Ναόν Ὑψίστου»
(Σειρ, ν΄, 11,7)
Ἀγαπητοί
Ἀδελφοί,
Ἐπιτρέψατέ
μοι τήν ἀναφερθεῖσαν
εἰς τήν ἀρχήν
τοῦ λόγου ρῆσιν
τοῦ σοφοῦ
Σειραχίδου νά
προσαρμόσω ἐπικαίρως
εἰς τό
πρόσωπον τοῦ
κατά τάς ἀπογευματινάς
ὥρας τῆς
18ηςτρέχοντος
μηνός ἀναχωρήσαντος
τῆς
παρούσης ἐπικήρου
ζωῆς καί
πρός τὴν αἰωνίαν
καί ἀληθινήν ἐκδημήσαντος
Μητροπολίτου Αὐστρίας
καί Ἐξάρχου Οὑγγαρίας
καί Μεσευρώπης
κυροῦ Μιχαήλ.
Διότι ὁ ἀείμνηστος
πλέον Ἱεράρχης
τῆς Μητρός Ἁγίας
τοῦ Χριστοῦ
Μεγάλης Ἐκκλησίας,
ὁ ἐπί
τεσσαρακονταετίαν
στύλος τῆς Ἱερᾶς
Μητροπόλεως Αὐστρίας,
ὁ ἐπί εἰκοσαετίαν
καλός καί
χρηστός ποιμήν
τῆς ἐν
Μεσευρώπη
μερίδος τοῦ
Οἰκουμενικοῦ
Πατριαρχείου, ὁ
θεματοφύλαξ
καί ἐμπνευσμένος
ἐκπρόσωπος
τῆς ἐνταῦθα
καί ἐν Οὑγγαρίᾳ
ὁμογενείας,
ὄντως, «ἐν
ἀναβάσει
θυσιαστηρίου ἁγίου
ἐδόξασε
περιβολήν ἁγιάσματος....
ἐκλάμπων ἐν
ταῖς ἡμέραις
ἡμῶν, ὡς
ἥλιος ἐπί
Ναόν Ὑψίστου» εὐαγγελικῶς
ζήσας,
θεαρέστως ἀρχιερατεύσας,
χριστομιμήτως
ποιμάνας, καί
καταναλώσας ἑαυτόν
ἐν αὐταπαρνήσει
τελείᾳ καὶ
ἀφοσιώσει
ἀνυποκρίτῳ
ὑπέρ τῆς
δόξης τοῦ ὀνόματος
τοῦ ἐν
Τριάδι Θεοῦ
καί εἰς τήν
διακονίαν τῆς
Ἐκκλησίας
Του.
«Πιστός ἄχρι
θανάτου» κατά
τόν λόγον τοῦ
οὐρανοβάμονος
Ἀποστόλου
Παύλου, ἐξῆλθεν
προώρως ὡς ἄλλος
Ἀβραάμ «τοῦ
οἴκου καί τῆς
συγγενείας
του», τῆς ἐκλεκτῆς
του ποίμνης
δηλονότι, διά
νά λάβῃ ἐκ
χειρός τοῦ ζωῆς
καί θανάτου ἔχοντος
τήν ἐξουσίαν
«τόν στέφανον τῆς
ζωῆς», «ὅν ἡτοίμασε
Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν
αὐτόν».
Ὁ
Μητροπολίτης Αὐστρίας
κυρός Μιχαήλ ἐγεννήθη
τήν 22αν
Νοεμβρίου 1946 εἰς
τάς Ἀθήνας ἐκ
γονέων εὐσεβῶν,
τοῦ
Θεοδώρου
Στάικου καί τῆς
Ἀργυροῦς
Δημάκη. Τό εὐσεβές
καί
παραδοσιακόν
περιβάλλον, ἐντός
τοῦ ὁποίου
ἀνετράφη,
καί ἡ ἐξ ἁπαλῶν
ὀνύχων ἀναστροφή
του εἰς τάς «αὐλάς
τοῦ Κυρίου»,
πλησίον εὐλαβῶν
Ἱερέων, ἤναψαν
ἐν τῇῇ
καρδίᾳ αὐτοῦ
παιδιόθεν τήν
φλόγα τῆς
πρός τόν Θεόν ἀφιερώσεως
καί ἀπετέλεσαν
τάς σταθεράς
βάσεις τῆς
μελλοντικῆς
ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ
σταδιοδρομίας
καί θεοφιλοῦς
διακονίας του.
Συμπληρώσας
τόν κύκλον τῶν
ἐγκυκλίων
μαθημάτων εἰς
τήν πόλιν τῆς
Παλλάδος, καί
δή εἰς τήν
Λεόντιον
Σχολήν, ἀνεχώρησε
τό ἔτος 1964
πρός τήν
Βιέννην, ὅπου
καί ἐγκατεστάθη
πλέον μονίμως
μετά τῶν οἰκείων
του,
προσληφθείς τό
ἀμέσως ἑπόμενον
ἔτος εἰς
τήν ὑπηρεσίαν
τῆς Ἱερᾶς
Μητροπόλεως Αὐστρίας,
ὡς γραμματεύς
τοῦ τότε
Μητροπολίτου
Χρυσοστόμου
Τσίτερ, ὁ ὁποῖος
εἰς τό
πρόσωπον τοῦ
νεαροῦ
γραμματέως του
εὗρε τόν
πιστόν
συμπαραστάτην
καί ἀκάματον
βοηθόν μέχρι
τέλους τοῦ
βίου καί ἐπί εἰκοσιπενταετίαν
περίπου.
Εἰς
τήν ὑπηρεσίαν
τῆς
Μητροπόλεως Αὐστρίας,
ὡς γραμματεύς
τοῦ
Μητροπολίτου
καί ἀρχισυντάκτης
τῆς
περιοδικῆς ἐκδόσεως
«Στάχυς»
παρέμεινε ἐπί
δώδεκα συναπτά
ἔτη. Τήν 21ην Νοεμβρίου
1977 ἐχειροτονήθη
Διάκονος καί
τήν ἑπομένην
Πρεσβύτερος,
προχειρισθείς
αὐθημερόν
εἰς Ἀρχιμανδρίτην,
ὑπό τοῦ
Γέροντος αὐτοῦ
Μητροπολίτου
Χρυσοστόμου, ὀνομασθείς
ἀμέσως
Πρωτοσύγγελος
αὐτοῦ καί
διορισθείς
Προϊστάμενος τῶν
ἱστορικῶν
Ἑλληνικῶν
Κοινοτήτων τῆς
Ἁγίας
Τριάδος καί τοῦ
Ἁγίου
Γεωργίου, ὡς
καί Διευθυντής
τῆς Ἑλληνικῆς
Ἐθνικῆς
Σχολῆς
Βιέννης. Τόν Ὀκτώβριον
τοῦ ἔτους
1979 εἰσήχθη εἰς
τήν Θεολογικήν
Σχολήν τοῦ Ἀριστοτελείου
Πανεπιστημίου
Θεσσαλονίκης, ἐξ
ἧς ἀπεφοίτησε
τό ἔτος 1983. Ἀκολούθως
παρηκολούθησε
μαθήματα
Γερμανικῆς
Φιλολογίας,
Φιλοσοφίας καί
Ἐκκλησιαστικοῦ
Δικαίου εἰς τό
Πανεπιστήμιον
τῆς
Βιέννης.
Ἡ ὑποδειγματική
ἱερατική
διακονία του
καί ἡ ἀποτελεσματική
κατά πάντα ἀνταπόκρισίς
του εἰς τά ἀνατεθέντα
αὐτῷ ὑπό
τῆς Ἐκκλησίας
ὑψηλά
διοικητικά καί
ἄλλα
καθήκοντα ὡδήγησαν
τόν
Μητροπολίτην
Χρυσόστομον εἰς
τήν ἀπόφασιν
νά προτείνῃ
τήν εἰς Ἐπίσκοπον
ἐκλογήν
του. Ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία
ἀμείβουσα
τήν εὔορκον
καί ἐπαινετήν
διακονίαν του
καί τό ἀδαμάντινον
τοῦ χαρακτῆρος
του, τῇ εἰσηγήσει
τοῦ ἀοιδίμου
Οἰκουμενικοῦ
Πατριάρχου
Δημητρίου, ἐξέλεξεν
αὐτόν Ἐπίσκοπον
ὑπό τόν
ψιλόν τίτλον
Χριστουπόλεως,
ὡς Βοηθῷ
παρά τῷ
Μητροπολίτῃ
Αὐστρίας,
τήν 5ην Νοεμβρίου
τοῦ ἔτους
1985.
Ἐπίσκοπος
ἐχειροτονήθη
ἐν τῷ
Καθεδρικῷ ἱερῷ
Ναῷ τῆς Ἁγίας
Τριάδος τήν 12ην Ἰανουαρίου
τοῦ ἑπομένου
ἔτους,
μετά δέ
παρέλευσιν ἑξαετίας,
τήν 5ην Ὀκτωβρίου
1991 ἐξελέγη,
προτάσει τῆς
Αὐτοῦ
Θειοτάτης
Παναγιότητος,
τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Πατριάρχου κ.κ.
Βαρθολομαίου,
Μητροπολίτης Αὐστρίας,
είς διαδοχήν
τοῦ οἰκειοθελῶς
καί ἀβιάστως
παραιτηθέντος
Γέροντός του
Μητροπολίτου
Χρυσοστόμου, ἐνθρονισθείς
ἐν τῶ
περικλύτῳ καί ἱστορικῶ
τούτῳ Ναῶ τήν 15ην Δεκεμβρίου
τοῦ ἰδίου
ἔτους.
Ἀναλαβών
τούς οἴακας
τῆς ἐμπιστευθείσης
αὐτῷ Ἐπαρχίας
καί τήν
διαποίμανσιν
τοῦ
πληρώματος αὐτῆς
ἐπεδόθη
μετά ζήλου ἐπί
τό ἔργον, ἔχων
πολύτιμον
σύμβουλον τήν ἐπί
εἰκοσιτετρατίαν
ἀποκτηθεῖσαν
ἐμπειρίαν
ἐν τῆ ἐνασχολήσει
περί τῶν
πραγμάτων αὐτῆς.
«Ἐπιλείψει
με ὁ χρόνος
διηγούμενον» ὅσα
ἀπό τῆς
ἡμέρας ἐκείνης
μέχρι τῆς
πρός Κύριον ἀναχωρήσεώς
του εἰργάσατο
καί ἐκατόρθωσεν.
Ἀναδιοργάνωσε
τάς ἐν Αὐστρίᾳ
Ἐνορίας
καί ἵδρυσε
νέας. Συνέταξε
τόν
Καταστατικόν
Χάρτην τῆς Ἱερᾶς
Μητροπόλεως, ὅστις
ἐνεκρίθη ὑπό
τῆς Αὐστριακῆς
κυβερνήσεως. Ἐπέτυχε
τήν ἀναβίωσιν
τῆς
παρουσίας τοῦ
Οἰκουμενικοῦ
Πατριαρχείου ἐν
Οὑγγαρίᾳ
καί τήν
νομικήν ἀναγνώρισιν
τῆς Ἐξαρχίας
ὑπὸ τῆς
Οὑγγρικῆς
πολιτείας.
Διοργάνωσε
τά γραφεῖα τῆς
Ἐξαρχίας ἐν
Βουδαπέστῃ,
ἀνήγειρε
περικαλλέστατον
ναόν καί
πνευματικόν κέντρον
ἐν
Μπελογιάννῃ,
ἐβάπτισε
τούς ἐν αὐτῶ
Ἕλληνας
καί ἐμερίμνησε
διά τάς
πνευματικάς
καί ὑλικάς ἀνάγκας
των.
Ἡ ἀναβίωσις
τῆς Ὁρθοδοξίας
ἐν Οὑγγαρίᾳ
ὑπῆρξε
τό μέγα
κατόρθωμά του, ἡ
δέ ἐνσωμάτωσις
εἰς τό ἐκκλησιαστικόν
σῶμα πολλῶν
ἐκ τῶν ἐν
τῶ σκότει τῆς
ἀθείας τό
πρίν εὑρισκομένων
ἀποτελεῖ
τόν στέφανον τῆς
ποιμαντικῆς
φροντίδος του.
Μέριμνα
διηνεκής ὑπῆρξεν
ἡ
προσπάθεια του
διά τήν ἐπαναφοράν
τοῦ ἐν
Βουδαπέστῃ
ἱεροῦ
Ναοῦ τῆς
Κοιμήσεως τῆς
Θεοτόκου εἰς
τὴν ἡμετέραν
δικαιοδοσίαν.
Ταῦτα
δέ πάντα μετά
κόπων καί
πόνων πολλῶν
καί πολλάκις ἐν
μέσῳ
κινδύνων, ἐν
οἷς οὐδέποτε
ἐπτοήθη.
Παραλλήλως
τῶν στενῶν
ποιμαντικῶν
καθηκόντων του
προώθησε τάς
διορθοδόξους
σχέσεις μετά τῶν
ἄλλων ἐν
Αὐστρίᾳ
Ὀρθοδόξων
Ἐκκλησιῶν
καί ἀνταποκρινόμενος
εἰς τήν
διορθόδοξον ἀπόφασιν
συνεκρότησε τήν
ἐν τῇ Χώρᾳ
Διάσκεψιν τῶν
Ὀρθοδόξων
Ἐπισκόπων,
διά νά ἔχωσι
πᾶσαι αἱ
Ἐκκλησίαι
δυναμικώτεραν
ποιμαντικήν ἰσχύν
καί δυναμικήν
κοινήν
μαρτυρίαν.
Ἐμφορούμενος
δέ ὑπό
γνησίου οἰκουμενικοῦ
πνεύματος εὑρέθη
πρωτοπόρος εἰς
τήν
καλλιέργειαν ἀγαθῶν
σχέσεων μετά τῶν
λοιπῶν
Χριστιανικῶν
Ὁμολογιῶν,
ἰδιατέρως
δέ τῆς
Ρωμαιοκαθολικῆς
Ἐκκλησίας,
προβάλλων τόν
πλοῦτον τῆς
Ὀρθοδόξου
Θεολογίας καί
πνευματικότητος
καί καλλιεργῶν
μετ᾿ αὐτῶν
σχέσεις ἀγάπης,
εἰρήνης
καί καταλλαγῆς.
Συνειργάσθη
μετ᾿ αὐτῶν
εἰς τὸ Οἰκουμενικόν
Συμβούλιον, τοῦ
ὁποίου ἐπὶ
δύο θητείας ὑπῆρξε
πρόεδρος.
Διεδραμάτισε
σημαντικόν
ρόλον διά τήν ἀρίστην
διεκπεραίωσιν
τῆς Β΄ ἐν
Γκράτς Εὐρωπαϊκῆς
Συνελεύσεως
τόν Ἰούνιο τοῦ
1997, διετέλεσε δέ
μέλος εἰς
πλεῖστας ὅσας
οἰκουμενικὰς
Ἐπιτροπάς
τοῦ
Συμβουλίου Εὐρωπαϊκῶν
Ἐκκλησιῶν
καί ἑτέρων οἰκουμενικῶν
Ὀργανισμῶν,
ὡς τοῦ
Διαλόγου μετά
τῆς Εὐαγγελικῆς
Ἐκκλησίας
τῆς
Γερμανίας καί
τῆς
Παλαιοκαθολικῆς
τοιαύτης.
Ὁ
Μητροπολίτης Αὐστρίας
Μιχαήλ καθ΄ ὅλο
τό διάστημα τῆς
ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ
ἀναστροφῆς
του ἐπέδειξε ἑαυτόν
ἄνδρα αὐθεντικοῦ
καί ἀκεραίου ἐκκλησιαστικοῦ
φρονήματος,
διαπνεόμενος ἀπό
γνησίαν πρός
τόν Θεόν
πίστιν, ἀγάπην
πρός τήν Ἐκκλησίαν
καί στοργήν
πρός τόν ἄνθρωπον.
Ὡς
κεφαλαιῶδες
χαρακτηριστικόν
τῆς
προσωπικότητός
του ὡς Ἱεράρχου
τοῦ Θρόνου εἶναι
ἀναμφιβόλως
ἡ αὐθόρμητος
καί ἀπέραντος,
ἄνευ ὅρων
καὶ ὁρίων,
ἀφοσίωσις
του εἰς τὸν
Θεσμόν τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Πατριαρχείου
καί ἡ υἱκή ἀγάπη
του πρός τόν
σεπτόν τῆς Ὀρθοδοξίας
Προκαθήμενον.
Ἠγωνίσθη
μετά πάθους, ὅσον
ὀλίγοι, ὑπέρ
τῶν
δικαίων τῆς
Μητρός Ἐκκλησίας
καί ὑπῆρξε ὑπήκοος
εἰς τά
κελεύσματα αὐτῆς.
Τό Φανάριον ὑπῆρξεν
ὁ μέγας ἔρως
τῆς
καρδίας του
καί ἡ
διακονία του ὡς
ἀληθοῦς
φαναριώτου Ἀρχιερέως
θυσιαστική, ἐρχόμενος
πάντοτε
συγκυρηναῖος
τοῦ σταυροῦ
τῆς
Μεγάλης Ἐκκλησίας
καί ἀφοσιωμένος
ἐργάτης τῶν
ἱερῶν ἰδεωδῶν
καί ὁραματισμῶν
τοῦ Γένους
καί τοῦ
Θρόνου.
Ὡς
χαρακτήρ
διεκρίθη διά
τήν εὐπροσηγορίαν
καί τήν ἀμεσότητα
τῆς ἐπικοινωνίας,
τήν εἰλικρίνειαν,
τήν εὐγένειαν,
τήν γνησιότητα
καί τήν
παρρησίαν, τήν ἀκεραιότητα
καί τόν πλοῦτον
τῶν
συναισθημάτων,
τήν εὐαισθησίαν
καί τόν αὐθορμητισμόν.
Ἀνήρ
συγχωρήσεως
δέν ἠρνήθη
τήν βοήθειαν
καί πρός τούς ἀδικήσαντας
αὐτόν. Ἄν
καί μέγας τό
δέμας καί ἐπιβλητικός
τῷ
παραστήματι ἐκέκτητο
καρδίαν ἀκάκου
παιδίου.
Καρδίαν διηνεκῶς
ἀγαπῶσαν
καί έκχέουσαν
πρός πάντας
σπλάγχνα
συμπαθείας καί
οἰκτιρμῶν.
Ὑπῆρξεν
Ἀρχιερεύς
λόγιος καί
σοφός, Ἱεράρχης
φιλομόναχος, ἀπαράμιλλος
λειτουργός τοῦ
θυσιαστηρίου,
πεπνυμένος
ρήτωρ,
φίλεργος ἐπιστήμων,
ἐραστὴς
τῆς πατρῴας
βυζαντινῆς
μελῳδίας,
τηρητής τῆς ἐκκλησιαστικῆς
τάξεως,
μεγαλοπρεπής
κατά πάντα.
Ὁ
Θεός τόν εύλόγησε
καί τόν ἐπροίκισε
δι᾿ ἐξαιρετικῶν
προσόντων, ἐξέχεε
δέ ἐπ᾿ αὐτόν
πλουσίαν τήν εὐλογίαν
Του, διό
πάντοτε καί
πανταχοῦ ἐπεβλήθη
ὡς ἐξαιρετική
φυσιογνωμία, ἀνώτερος
ὡς ἄνθρωπος,
ἀνώτερος ὡς
εὐαγγελικός
ἀνήρ, ἀνώτερος
ὡς
Χριστιανός, ἀνώτερος
ὡς Ἱεράρχης.
Τά
φυσικά του
προσόντα, τό ἦθος,
ὁ
χαρακτήρ του, ἡ
ἐκκλησιαστική
ἐν γένει
διακονία του,
τόν κατηξίωσαν
εἰς τήν
συνείδησιν τοῦ
ποιμνίου του,
τό ὁποῖο
τόν ἠγάπησε
σφοδρῶς. Τὸν
κατηξίωσαν
στήν
συνείδησιν τῶν
ἐκπροσώπων
τῶν ἄλλων
χριστιανικῶν
Ὁμολογιῶν,
οἱ ὁποῖοι
πάντοτε ἐσεβάσθησαν
αὐτόν. Τόν
κατηξίωσαν εἰς
τάς
πολιτειακάς ἀρχάς
τῆς Μητρός
πατρίδος καί τῶν
χωρῶν Αὐστρίας
καί Οὑγγαρίας,
αἱ ὁποῖαι
ἀπέδωσαν
εἰς αὐτόν
τάς ἀνωτέρας
διακρίσεις
των.
Δι᾿ αὐτῶν
ὁ Αὐστρίας
Μιχαήλ ὄντως
ἐλάμπρυνε
τήν ἀρχιερωσύνην
του εἰς τό
κέντρον τῆς Εὐρώπης
καί κατέστησεν
τήν Ὀρθοδοξίαν
σεβαστήν καί αἰδέσιμον
τοῖς πᾶσι.
Ἀλλ΄ ἤδη
ὁ
χαρισματικός Ἱεράρχης,
«τῆ ἐπαράτῳ
νόσῳ
καμφθείς»,
προώρως
κατέπαυσε καί
μετεκλήθη ὑπό
τοῦ Κυρίου εἰς
τήν ἐπουράνιον
Ἱερουσαλήμ.
Ἐβάστασεν
εὐαγγελικῶς
ἐπὶ ἕν
ὁλόκληρον
ἔτος τόν
σταυρόν τῆς ἐπωδύνου
ἀσθενείας
του. Ἐδόξασε
τόν Θεόν δι᾿
ὅσα ἐδωρήσατο
αὐτῶ ἐν
τῶ παρόντι
βίῳ ἐν αἰσθήμασι
πλήρους εὐγνωμοσύνης.
Εἶχε
βαθεῖαν τήν
πεποίθησιν ὅτι
ἐξεπληροῦτο
δι᾿ αὐτόν
τό θέλημα τοῦ
Θεοῦ. Ἐπαναλάμβανε
συχνάκις τήν
φωνήν τοῦ
δικαίου καί
πολυάθλου Ἰώβ:
«Εἰ τά ἀγαθά
ἐδεξάμεθα
ἐκ χειρός
Κυρίου τὰ
κακά οὐχ ὑποίσομεν;
Ὡς τῶ
Κυρίῳ ἔδοξεν
οὕτω καί ἐγένετο.
Εἴη τό ὄνομα
Κυρίου εὐλογημένον».
Προετοίμασεν
ἑαυτὸν
μέ μοναχικήν
συνείδησιν διά
τήν ἔξοδόν
του. Ἀνεχώρησεν
ἀξιοπρεπῶς
καί ὁσιακῶς
πρός ἐκεῖνον, ὅν
ἐκ πρώτης ἡλικίας
ἠγάπησεν, ἵνα
καταπαύσῃ ἐν
τῷ φωτί τοῦ
προσώπου τῆς
δόξης Αὐτοῦ.
Ἀοίδιμε
Μητροπολίτα
Μιχαήλ!
Κατά τήν ἱεράν
ταύτην ὥραν
τοῦ ἐξοδιαστικοῦ
σου ἱστάμενοι
εὐλαβῶς
ἐνώπιον
τοῦ σεπτοῦ
σκηνώματός σου
ἀποδίδομέν
σοι τό ὕστατον
χαῖρε καί ἀπονέμομέν
σοι τόν
τελευταῖον ἀσπασμόν.
Ἀπορφανίζεις
ἡμᾶς
προώρως, ἐνῶ
ἠδύνασο
νά εὑρίσκεσαι
ἐπὶ
μακρόν είσέτι
μεθ᾿ ἡμῶν.
Οὔτως ἠθέλησεν
ὁ Θεός! ὅν
καὶ εὐχαριστοῦμεν
ὅτι ἀνέδειξέ
σε ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ
Ἱεράρχην
τιμίον καί
ποιμένα
πανάριστον.
«Τελειωθείς
ἐν ὀλίγω»
παρέστησας
τετελειωμένην
τήν διακονίαν
σου. Τό ὄνομά
σου θά
περιφέρεται
μετ᾿ εὐγνωμοσύνης
καί εὐχαριστίας
ἐν τοῖς
χείλεσιν ἡμῶν
καί τό
μνημόσυνον σου
θά παραμένει αἰώνιον.
Θα φυλάξωμεν ὡς
παρακαταθήκην
τὴν μνήμην
τῆς ὑπὲρ
τῆς Ἐκκλησίας
ἀφοσιώσεως
σου.
Σύ δέ τοῦ
οὐρανίου
πλέον
θυσιαστηρίου
λειτουργός καί
τῆς σκηνῆς
τῆς ἐπουρανίου
κληρονόμος εὔχου
ὑπὲρ τῆς
Ἐκκλησίας,
ἀνάφερε
δεήσεις ὑπέρ
τοῦ
ποιμνίου σου
καί μνημόνευε
τῶν τέκνων
σου, τῶν
μετ᾿ ὀδύνης
σήμερον
θρηνούντων τήν
στέρησίν σου.
Αἰωνία
σου ἡ μνήμη,
τετιμημένε καί
ἀοίδιμε Ἱεράρχα.
Αἰωνία σου ἡ
μνήμη.
Πηγή:
romfaia.gr