Π. Γρηγόριος Νατσινάκ, πρεσβύτερος:
Κατά την διάρκεια της χειροτονίας του διακόνου ή του πρεσβυτέρου, οι πιστοί, απαντούν στην εκφώνηση του Δεσπότη, ο οποίος φωνάζει τρεις φορές «Άξιος». Έτσι εκφράζει ο λαός του Θεού ότι συμφωνεί με την χειροτονία και αναγνωρίζει τον καινούργιο κληρικό ώς ποιμένα και πατέρα. Με την λέξη αυτή ενισχύει την απόφαση του επισκόπου. Η συμφωνία του λαού είναι απαραίτητη διότι Εκκλησία θα πει κλήρος και λαός μαζί: xωρίς ιερέα δεν γίνεται Θεία Λειτουργία αλλά ούτε και χωρίς το λαό. Σε κάθε Θεία Λειτουργία όμως, κατά την διάρκεια του Χερουβικού Ύμνου, ο ιερέας διαβάζει μία ευχή, η οποία αρχίζει με τα εξής λόγια:
«Οὐδεὶς ἄξιος τῶν συνδεδεμένων ταῖς σαρκικαῖς ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς προσέρχεσθαι ἢ προσεγγίζειν ἢ λειτουργεῖν Σοι, Βασιλεῦ τῆς δόξης·…» Σε νεοελληνική μετάφραση:
«Κανείς δεν είναι άξιος, Βασιλέα της δόξας, να έρχεται κοντά σου, ή να σε πλησιάζει, ή να σε υπηρετεί, αν είναι δεμένος με σαρκικές επιθυμίες…»
Τώρα ποιό είναι το σωστό, είναι ο άνθρωπος άξιος, ή, όπως λέει αυτή η ευχή, ουδείς άξιος; Νιώθουμε να είναι η δεύτερη απάντηση πιο κατάλληλη, πιο αληθινή. Αφού εμείς οι άνθρωποι, το γνωρίζουμε καλά, και το βιώνουμε κάθε μέρα, είμαστε δεμένοι με διάφορες επιθυμίες, με τον εγωισμό μας, με φόβους. Έχουμε εμπιστοσύνη πιο πολύ στον εαυτό μας, παρά στο Θεό. Σωστά λέει λοιπόν, η ευχή: «ουδείς άξιος…»
Και οι πιστοί μπορούν να σημειώσουν τώρα, ότι και οι ιερείς είναι άνθρωποι, ούτε χειρότεροι, ούτε καλύτεροι από τους υπόλοιπους, ανάξιοι και ευάλωτοι, όπως όλα τα πλάσματα του Θεού σ’αυτόν τον κόσμο. Για ποιο λόγο να ακολουθούν τότε τους κληρικούς και γιατί να τους δεχτούν ώς ποιμένες τους;
Μου φαίνεται όμως ότι κάτι λείπει από αυτόν το συνειρμό· Έχουμε ξεχάσει κάτι πολύ σημαντικό, κάτι που πάντοτε αλλάζει τα δεδομένα φυσικά όρια του δημιουργήματος του Θεού. Έχουμε ξεχάσει την αγάπη του Θεού. Πολλές φορές ομολογούμε στην Θεία Λειτουργία και στις άλλες ακολουθίες ότι ο Θεός είναι φιλάνθρωπος και ελεήμων. Και τι σημαίνει η φιλανθρωπία του Θεού στην πραγματικότητα; Πώς μπορούμε να την καταλάβουμε και να την νιώσουμε;
Η αγάπη και η φιλανθρωπία του Θεού μας αποκαλύπτεται τελείως στη Θεία Λειτουργία. Κάθε Κυριακή παίρνουμε εμπειρία από την αγάπη Του, όταν ο ίδιος ο Θεός θύεται στην Αγία Τράπεζα σαν «Αμνός Άμωμος» και δίνει, όπως έδωσε πριν δύο χιλιάδες χρόνια, το Αίμα Του, για να μας σώσει δια του Σταυρού της αγάπης. Και ο άνθρωπος γίνεται άγγελος μπροστά στον θρόνο του Υψίστου, γίνεται αληθινός άνθρωπος μπροστά στην Αγία Τράπεζα, στο θυσιαστήριο της αγάπης. Και όχι βεβαίως μόνο ο ιερέας, αλλά όλος ο λαός, η Εκκλησία του Χριστού. Όλοι όσοι συμμετέχουν στη Θεία Λειτουργία, παίρνουν ουράνια ευλογία και γίνονται άξιοι. Ουδείς άξιος, λοιπόν, κατά την δική του δύναμη, αλλά παίρνοντας δύναμη και μεταμορφωμένος με την χάρη του Θεού, όλοι άξιοι…
Μπορεί να χάνεται αυτή η χάρη και η χαρά ανάμεσα στις καθημερινές δυσκολίες και στους πειρασμούς της ζωής μας, αλλά δεν χάνεται απολύτως. Μήπως χάνει ο βασιλιάς το αξιώμα του, αν δεν φοράει τις βασιλικές του στολές; Το αξιώμα του ανθρώπου εξαρτάται από δύο πράγματα: από την δική του ζωή, δηλαδή΄ από τα έργα που κάνει, και από τη χάρη του Θεού. «Ουδείς άξιος» δίχως έργα, δίχως πνευματικό αγώνα και άσκηση, αλλά κυρίως δίχως την αγάπη του Θεού, που είναι η πύλη της πίστεως και της απελευθερώσεως από τις «σαρκικές επιθυμίες». Άξιος είναι ο στρατιώτης, ο οποίος είναι έτοιμος να υπερασπίσει την αγαπημένη του πατρίδα με όλη του την δύναμη. Ο άξιος χριστιανός ομοίως είναι έτοιμος να προφυλάξει στην καρδιά του την αγαπημένη του πατρίδα, που βρίσκεται στον ουρανό, και ονομάζεται Βασιλεία του Θεού. Η ανθρώπινη δραστηριότητα όμως δεν αρκεί. «Ουδείς άξιος», κανείς δεν είναι άξιος για το πλήρωμα των επουρανίων δωρεών, για το επουράνιο αξίωμα το οποίο μας χάρισε ο Θεός· αλλά όμως επειδή μας κληρονόμησε αυτά, γινόμαστε άξιοι.
Και η ευχή τελειώνει με τα εξής: «Σὺ γὰρ εἶ ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ Σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ Σου Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ Σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.»